Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Μια ορθόδοξη θεολογική τοποθέτηση της Μητρόπολης Πειραιώς δια της εκκλησιολογικής αρωγής σύγχρονων ηγιασμένων γερόντων




Του Κώστα Νούση, Θεολόγου - Φιλολόγου,

Συνεχίζει να μας εκπλήσσει ευχάριστα ο Μητροπολίτης Πειραιώς και οι περί αυτόν με την πρόσφατη απάντηση στον (καθηρημένο) ιερομόναχο π. Ευθύμιο Τρικαμηνά. Δεν θα μπορούσα να μην το υπογραμμίσω, αν και ο υπογράφων το παρόν υπέστη κατάφωρη αδικία και ανοίκεια επίθεση εκ μέρους του εν λόγω Μητροπολίτη και των συντακτών (της ως άνω απάντησης) του Γραφείου επί Αιρέσεων της παράκτιας Μητρόπολης, όπως θα αποδειχθεί αμέσως παρακάτω με το εκπορευόμενο από το κείμενό τους πνεύμα μεταστροφής.[1]
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να επισημάνω πως η σύνολη απάντησή τους στις επικρίσεις που δέχτηκαν εκ μέρους του ιερομονάχου πάνω στο θέμα της αποτείχισης είναι αρκετά νηφάλια και θεολογικώς εμπεριστατωμένη, χωρίς ακρότητες και βιαιότητες στο ήθος, στο ύφος και στο περιεχόμενο, κάτι που οφείλω να υπομνήσω πως δεν απεφεύχθη στη δική μου περίπτωση. Και εκ των υστέρων νυν αποδεικνύεται τούτο εν τοις πράγμασι, εφόσον η πεμπτουσία της αντίκρουσης της επίθεσης από την πλευρά του π. Ευθυμίου στηρίχθηκε πάνω στη βάση δύο επιχειρηματικών αξόνων, στους οποίους επιμένει εδώ και καιρό η εμή ελαχιστότης: στο συνοδικό σύστημα και στην ορθόδοξη εκκλησιολογία, όπως αυτή απορρέει μέσα από τα έργα και τα λόγια σύγχρονων ηγιασμένων γερόντων που εκόσμησαν το στερέωμα της Ορθοδοξίας τα τελευταία χρόνια.

 Αρχίζει τωόντι να διαφαίνεται στην πράξη η προβληματικότητα του νεοζηλωτισμού και των φορέων της. Η εκκλησιολογική υποχονδρία της πνευματικής μίανσης των ορθοδόξων πιστών εκ της οικουμενιστικής παναίρεσης, στην οποία μετέχουν άπασες οι ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες μέσω της συμμετοχής τους στο Π.Σ.Ε. και της εκκλησιαστικής τους κοινωνίας με το «προδοτικό» Φανάρι, δεν έχει πέρας και λογική, ως άλλωστε και κάθε μορφή υποχονδρίας και ψυχαναγκασμού, γεγονός που κατά κόρον επισημειώνουμε και επαναλαμβάνουμε τον τελευταίο καιρό. Συμφωνούμε άπαντες στην παρατήρηση του γέροντος Παϊσίου ότι «όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όλοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν· και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί… Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχώμαστε όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος». Ωστόσο λίγο πριν ο ίδιος επισήμανε πως πρέπει «να αποφεύγωνται τα άκρα· με τα άκρα δεν λύνονται τα θέματα».[2] Πρόκειται για ένα κεφάλαιο στο οποίο ο γέρων αναφέρεται στην αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών θεμάτων. Πραγματικά, δεν μπορεί να απαιτούμε από όλους να είναι νηφάλιοι και ήπιοι στα εκκλησιολογικά εν προκειμένω θέματα, όμως όταν κάποιοι οδηγούνται και οδηγούν στα άκρα, τουτέστιν σε σκανδαλισμούς του ποιμνίου, αποτειχίσεις και σχίσματα, τότε είτε αυτοαφορίζονται είτε αποκόπτονται επισήμως δι’ αφορισμού και καθαιρέσεως από το εκκλησιαστικό σώμα, εφόσον υπερέβησαν τη γραμμή που οριοθετεί την πλάνη και την αμαρτία από την αλήθεια και την εν Κυρίω αρετή.
Θα άρχισε, επομένως, ο Σεβασμιώτατος Πειραιώς και οι συν αυτώ να νιώθουν στο πετσί τους το ατελέσφερο κάποιων εκκλησιολογικών στάσεων, τοποθετήσεων και ενεργειών, καθώς και την ακαταστασία των φορέων τους, αν επί παραδείγματι θυμηθούν τις προ ελαχίστου χρόνου ευλογίες και τα αλληλολιβανίσματα αμφοτέρων (Πειραιώς, του εν λόγω ιερομονάχου και των υποστηριζόντων «αντιοικουμενιστών») σε συνάξεις «ομολογιακού» χαρακτήρα και αλλαχού και την νυν άρδην αντιστροφή των όρων με τις εκατέρωθεν αντιπαραθέσεις και διαρρήξεις δεσμών και συμπαθειών.
Ξεκινώ με τον Συνοδικό θεσμό. Γράφει (ουν): «δν ποτελε γι τν Θε ναγκαία προϋπόθεση γιὰ τν καταδίκη της αρέσεως τ πλθος τν ποτειχισμένων. Θες χει τν δύναμη κα μ ναν κόμη πιστό, θείω ζήλω πεπυρωμένον, ν φέρη τ ργο του ες πέρας κατ να θαυμαστ τρόπο… Μήπως σὲ τελικ νάλυση ποδεικνύεται, τι τ μόνα θανατηφόρα πυρ εναι συνοδικ καταδίκη της αρέσεως;». Θεωρώ πως δεν χρήζει το σημείο τούτου περεταίρω σχολιασμού. Σε γενικές γραμμές, εξάλλου, το κείμενό τους είναι μια προσπάθεια ανάδειξης της συνοδικότητας, για της οποίας την υποβάθμιση έχουμε νωπές μνήμες από τον χώρο που τώρα φαίνεται να την πλειοδοτεί. Τούτο, όμως, είναι μια ευχάριστη και αισιόδοξη μετάλλαξη που δεν μπορούμε παρά να επικροτήσουμε αμφοτέραις ταις χερσί.
Η επισκοπική ανακοίνωση, πέρα από έναν υπέροχο και θεολογικά άρτιο ύμνο της συνοδικότητας, μας ξαφνιάζει και με την πλεονασματική παραδειγματική χρήση της στάσης των σύγχρονων αγίων γερόντων ως έρεισμα της εκκλησιολογικής τους τοποθέτησης τόσο επί πρακτικού όσο και επί ορθόδοξου θεολογικού επιπέδου. Θα παραθέσω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «πάντως νομίζουμε, περαίνοντες τὴν «πάντησή» μας, τι θ ταν σφαλέστερο γι τν π.Ε. κα σους τν κολουθον, ν κολουθήσουν κα ατο μ ταπείνωση τν στάση κα τν διαγωγή, πού τήρησαν πέναντι σ’ ατν τν παναρεση μεγάλες σύγχρονες σιακς μορφές, πως Γέρων Παΐσιος γιορείτης, σιος ουστίνος Πόποβιτς, Γέρων Σωφρόνιος το σσεξ, Γέρων φραμ Φιλοθεΐτης, π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Γέρων άκωβος Τσαλίκης κ.α., ο ποοι, ν κα λοι τους καταδίκασαν τν αρεση το Οκουμενισμο, τν καταπολέμησαν μὲ διάφορους τρόπους, στόσο μως κανες π ατος δν ποτειχίστηκε π τν προϊσταμένη του κκλησιαστικ ρχκουμενικ Πατριαρχεο, Πατριαρχεο Σερβίας, κκλησία τς λλάδος). κτς ν νομίζουν, τι κα σ ατος σχύει τ χωρίο τς Γραφς: «τυφλς δὲ τυφλν ἐὰν δηγ μφότεροι ες βόθυνον πεσονται» (Ματθ.15,14). Πς μως εναι δυνατν ο παρ πάνω Πατέρες ν πεσαν στ βόθρο τς αρέσεως, καθ’ ν χρόνον φθασαν στ ψη το γιασμο; Πς δν μιάνθησαν π τν αρεση, μνημονεύοντες οκουμενιστς πισκόπους, ἢ χοντες κκλησιαστικ κοινωνία μ τοπικς κκλησίες, Πατριαρχεα, πού πεσαν ξ λοκλήρου στν αρεση»; Αυτό δηλαδή που φωνάζει ο γράφων εδώ και καιρό δεχόμενος τους ονειδισμούς και τις ειρωνείες πλείστων όσων «αγίων αδελφών», οι οποίοι απαξιούν τους νεοφανείς τούτους αγίους με την προσχηματική επίκληση αρχαιότερων αγίων, Ιερών Κανόνων και αυτής ταύτης της Αγίας Γραφής!
Ειδικότερα πάνω στο θέμα της στάσης των γερόντων ως τύπου σύγχρονης εκκλησιολογίας, το φέρελπι έγκειται ακριβώς στην υπέρβαση της σχολαστικής προσκόλλησης και μονομερούς ερμηνείας του γράμματος της εκκλησιαστικής παράδοσης και στη μετάβαση στην ακρόαση του Πνεύματος, όπως Αυτό λαλεί εν Εκκλησία σε κάθε εποχή και τόπο, χωρίς να μεταβάλλει σε προγονολατρία και παρελθοντολαγνία την πολιτεία της Εκκλησίας, αλλά διακρατώντας το βαθύτερο είναι της: την υπαρκτή, την αληθινή και βιούμενη εν Χάριτι ζωή. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που γιορτάζουμε σήμερα εν τω προσώπω του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Αναρωτιέμαι πόσο δύσκολο είναι να αντιληφθείς ενίοτε την παρουσία της πλάνης. Εν προκειμένω, πόσο μπορεί να ευσταθήσει η «πλάνη» τόσων και τόσων αγιασμένων πατέρων, ως ορθά επισημαίνεται στην επισκοπική ανακοίνωση, και αντιστοίχως η «ορθοδοξία» και πεφωτισμένη μοναδικότητα στη «θεία αποκάλυψη» ενός π. Ευθυμίου ή ενός Επισκόπου Αρτεμίου…
Θα κλείσω με κάτι που διάβασα πολύ πρόσφατα και με εξέπληξε (περισσότερο από την μεταβολή του Πειραιώς!). Ο γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο σύγχρονος αυτός Πατήρ της Εκκλησίας με όλη τη σημασία της λέξεως, παραδίδεται να είπε σε σχετική ερώτηση περί προδοσίας του Πατριάρχη και υπό το κράτος της αγωνίας μιας ψευδοένωσης των Εκκλησιών: «στάθηκε ακίνητος, με κοίταξε με  προσοχή και άλλαξε όψη. Έγινε αυστηρός και γέμισε πόνο. Κούνησε πολύ ελαφρά το κεφάλι του δείχνοντας την απορία του ή μάλλον αγανάκτηση και μου είπε: ‘Έτσι δεν είναι τα πράγματα; Έστω και αν γίνει η Ένωση όπως το λένε «αυτοί», εγώ θα είμαι ορθόδοξος. Η Εκκλησία είναι αγία. Ξέρουμε πώς να ζούμε και τι είναι αυτά που δημιουργούν προβλήματα!’ Αυτό ήταν. Ένας μεγάλος έτσι σκέφτεται, είπα μέσα μου κι ανακουφίστηκα».[3] Ο λόγος αυτός ακούγεται και λίγο σκανδαλιστικός έως σοκαριστικός. Μονάχα για μας όμως, όχι για τους θεοφόρους Πατέρες, οι οποίοι εν Πνεύματι άφοβοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Εκκλησία δεν κινδυνεύει ποτέ, σώζει και δεν σώζεται από κανέναν και δεν μπορεί να μολυνθεί και να καταλυθεί μέχρι τη συντέλεια του αιώνος κατά την αδιάψευστη μαρτυρία του ίδιου του Κυρίου.

Κ. Ν.
31/3/2013 Β' Κυριακή Νηστειών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά


[2] Γέροντος Παϊσίου, Με πόνο και αγάπη, Λόγοι Α΄, εκδ.  Ησυχαστηρίου Σουρωτής (1999), σσ. 322-324.
[3] Δήμητρας Δαβίτη, Αναμνήσεις από τον Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, εκδ. Άθως, (2η  εκδ. 2001), σ. 73.

1 σχόλιο:

  1. Εκπληκτικό κείμενο με πολλούς αποδέκτες. Συμπορεύεται με το πνεύμα των σύγχρονων αγίων γερόντων της εκκλησίας.
    Ε.Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή