Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Η απιστία στη θέωση ως η μεγαλύτερη διαχρονική αίρεση



Του Κώστα Νούση,
Θεολόγου - Φιλολόγου

Στα χρόνια του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου παρετηρείτο το ίδιο φαινόμενο που βλέπουμε και σήμερα, το οποίο εξ όσων φαίνεται έχει διαχρονική ισχύ. Πρόκειται για την απιστία των χριστιανών πάνω στην ουσία της ίδιας τους της θρησκείας και στη δύναμη και το σχέδιο του Θεού, τον οποίο και - θεωρητικά εξάπαντος - λατρεύουν. Αν φανταστούμε ότι στα χρόνια του βυζαντινού Αγίου - μιλάμε για μια χιλιετία πριν – η ενασχόληση των ανθρώπων μιας χριστιανικής κοσμοκρατορίας ήταν πολύ εκτενέστερη και βαθύτερη συγκριτικά με σήμερα, τότε οι πνευματικές «καταγγελίες» του αγίου πατρός για τους χριστιανούς της εποχής του βαρύνουν ποιοτικά και ποσοτικά πολύ περισσότερο τους ανθρώπους των ημερών μας.
Ο βυζαντινός μέγιστος θεοφόρος Πατέρας δεν έλεγε ουσιαστικά κάτι παραπάνω από το αυτονόητο: ότι δηλαδή σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η θέωση του ανθρώπου. Η ιλιγγιώδης αυτή λέξη, μάλλον το όραμα και ο προαιώνιος άκτιστος λόγος του Θεού για μας τα έλλογα όντα, δεν αποτελεί σήμερα, όπως και τότε για τη συντριπτική πλειοψηφία των χριστιανών, παρά κενό λόγο και ανούσιο, ανυπόστατο ρήμα. Πρόκειται κατά τον Συμεώνα για καθαρή βλασφημία του Πνεύματος, όσο και αν τούτο ηχεί παράδοξα στα αυτιά μας λόγω της ηθικιστικής και εκκοσμικευτικής έκδοσης του χριστιανισμού που όλοι λίγο πολύ προσλάβαμε από τα παιδικά μας χρόνια στους περισσότερους χώρους παραγωγής και προσφοράς κατηχητικού και θεολογικού λόγου.

Η βλασφημία έγκειται ακριβώς στην επιλήψιμη άγνοια αυτού του σκοπού της χριστιανικής ζωής (της απόκτησης του Αγίου Πνεύματος κατά τον άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ), ήτοι σε αυτή ταύτη την ουσία της. Οι δε περιούσιοι, τουτέστιν επουσιώδεις λόγοι της (χριστιανικής ζωής), όπως η ψιλή ηθική βελτίωση, η κοινωνική ειρήνη και συνοχή είτε ακόμη και η λήψη υλικών και «πνευματικών» αγαθών, όσο καλά κρατούν στις συνειδήσεις μας, τόσο συναφώς προωθούνται και διδάσκονται μονομερώς, οπότε και κακοτρόπως. Η άγνοια αυτή στο βάθος της μαρτυρεί την απιστία στη δύναμη του Θεού να μας καταστήσει «θεούς εν Χριστώ» και στη δική μας δυνατότητα να ανταποκριθούμε στο ύψιστο αυτό περί ημών αΐδιο σχέδιο του Κυρίου. Η απιστία με τη σειρά της στις δικές της σκοτεινές αβύσσους κρύπτει τη ραθυμία μας, καρπό και αποτέλεσμα συνάμα της εκκοσμίκευσης και της ελλιπούς μας, σχεδόν ανύπαρκτης, πνευματικής ζωής, όπως και τις συνοδοιπορούσες αμαρτίες και τα πάθη μας, που δεν επιτρέπουν στους οφθαλμούς της ψυχής να δει και να επιθυμήσει τα κάλλη του Θεού και να πιστέψει ότι εν τη οράσει τούτη κοινωνεί, μεταλαμβάνει της θεότητος, οπότε και χριστοποιείται – θεοποιείται.
Σε συζήτηση που συμμετείχα προ ημερών διαπίστωσα για πολλοστή φορά το καταθλιπτικό τούτο επίπεδο του χριστιανισμού μας. Δεν θα κάνω μνεία των ου καθ’ υπερβολήν αμέτρητων εμπειριών του γράφοντος τόσο από τον χώρο της εκπαίδευσης, όσο και από τις καθημερινές συναναστροφές με τον απλό κόσμο, στις οποίες διαφαίνεται η τραγική μας άγνοια περί την αγία πίστη μας: ενδεικτικά θα αναφερθώ στον Χριστό, σαν τον απλό γιο του Θεού, τον «καλό μας χριστούλη» που είναι οπωσδήποτε κατώτερος του Πατέρα – Θεού και πάντη διακεκριμένος εκ του τελευταίου. Ίσως εδώ κάποιος προβάλλει την ένσταση ότι η πίστη δεν είναι τόσο θεωρητικό οικοδόμημα, αλλά βίωμα. Σύμφωνοι. Η απλούστατη, ωστόσο, ανταπάντηση έρχεται από τον ίδιο τον Χριστό κατά την κριτική αναφορά του στην ανάγνωση των μετεωρολογικών φαινομένων (Mατθ. 16:2-3). Θα ρωτούσα επίσης με τη σειρά μου κατά πόσο η εκούσια και ακούσια άγνοια περί των θεμάτων της πίστεως προέρχεται από (και καταμαρτυρεί) την πνευματική ασθένεια, αδιαφορία και περιεκτική αμαρτωλότητα των φορέων της.
Ο ίδιος ο γέροντας Πορφύριος στη γνωστή απομαγνητοφωνημένη συνομιλία λέει χαρακτηριστικά: «κι ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!»[1]. Αυτή η θλιβερή, τραγική πραγματικότητα δεν είναι μονάχα αποτέλεσμα κακής διδασκαλίας και καρπός ελλειμματικής κατήχησης. Είναι προπαντός δείγμα της δραματικής διάστασης ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι της ορθοδοξίας των χριστιανών σήμερα. Το πλέον σοβαρό είναι ότι οι θεοπτικές - θεωτικές εμπειρίες, σύμφωνα και πάλι με τον ίδιο αυτόν σύγχρονο εκκλησιαστικό Πατέρα, δεν αποτελούν επιλεκτική πολυτέλεια αλλά ενθαδική προϋπόθεση για την είσοδό μας στην εσχατολογική Βασιλεία του Θεού και την εξασφάλιση της αιώνιας σωτηρίας μας.
Στην προαναφερόμενη συζήτηση, στην οποία εκών άκων σύρθηκα, έπεσα και πάλι μπροστά σε ένα φαινόμενο πρωτοφανές για τις λογικές μου κατηγορίες, προφανώς διότι τις ξεπερνά, καθώς εν προκειμένω έχουμε ασύνειδες επιθετικές αντιδράσεις, μάλλον αμυντικογενούς προέλευσης και χαρακτήρος, αναφορικά με την ενοχική και λοιπή μας στάση έναντι βαθέων πνευματικών πραγματικοτήτων. Συνάντησα, λοιπόν, την επανάληψη μιας παρόμοιας παράδοξης επίθεσης στο άκουσμα και μόνον της «πρωτοφανούς» μου διδασκαλίας περί θεώσεως. Τούτη τη φορά συνέβη από την πλευρά μιας απλής γυναίκας του λαού. Τις προάλλες έκπληκτος δέχθηκα «επιστημονικότερη» αντεπίθεση από ισχυρούς εκπροσώπους της σύγχρονης ακαδημαϊκής θεολογίας, μόνον και άμα τω ακούσματι της ησυχαστικής βάσης της ορθόδοξης πνευματικότητας.
Απορώ και εξίσταμαι κατά πόσον τα ιερά Συνοδικά κείμενα πλέον εκφράζουν την Παράδοση της Εκκλησίας, εφόσον το αντίκρισμά τους στον λαό του Θεού και στους διδασκαλικούς της εκπροσώπους έχει κατ’ ουσίαν πάψει να υφίσταται. Η έκπληξή μου μεγαλώνει, όταν έχουν προηγηθεί οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του ΙΔ’ αιώνα, οι οποίες όχι απλά έλυσαν και τελεσιδίκησαν επί του ζητήματος της θεώσεως, αλλά και απέδειξαν πως η βασική μας απόσταση από τη ρωμαιοκαθολική και πάσαν τη δυτική πνευματικότητα (διό και αιρετική) έγκειται ακριβώς στο επίπεδο της ζωής, της πραγματικής ή μη δυνατότητος θεοποιήσεως του ανθρώπου. Όλα τα υπόλοιπα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, φαντάζουν θεολογικόσχημα φιλοσοφούντα φληναφήματα είτε μεταξύ επιστημονικών και λοιπών συνεδρίων είτε εκφερόμενα από χείλη φονταμενταλιζόντων ιερωμένων και λαϊκών, οι οποίοι θεωρούν τον σκοπό και την ουσία της εκκλησιαστικής ζωής μονάχα σε επίπεδο ιδεολογικών και άλλων παραμέτρων και αντιπαραθέσεων, τις οποίες ανάγουν βαπτισματικά (αλλά ανυποστάτως) σε πεδία και πτυχές πίστης και ορθοδοξίας.
Είναι γεγονός ότι έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια θεολογικά άλματα και εμφανίστηκαν τεράστιες μορφές στην Εκκλησία. Δεν απεφεύχθησαν όμως οι μονομέρειες, όπως οι γεροντισμοί, οι ευχαριστιοκεντρικές και οι θεραπευτικές θεωρήσεις της Εκκλησίας, και τούτο διότι ακριβώς χάθηκε η στοχοθεσία και η τελολογική βάση του εκκλησιαστικού εν Χριστώ βιώματος: η θέωση. Θέωση ίσον αγιότητα και το αντίστροφο. Το μαθηματικό τούτο αξίωμα της πνευματικής ζωής φαίνεται να ξεχάστηκε, μάλλον να χάθηκε από τα πιστεύω και από τα λόγια των διδασκόντων εν Εκκλησία, των πνευματικών, των θεολογούντων σε σχολεία και πανεπιστήμια. Είναι εξίσου βέβαιο πως και στα γραπτά όπου διασώζεται η τεράστια τούτη αλήθεια, δεν έχουμε παρά απλή, ψιλή, πολλάκις δε άνευ σεβασμού, γνώσεως, φόβου και πίστεως, αναπαραγωγή των αρχαίων και πρόσφατων κειμένων τέτοιων εμπειριών, μόνο και μόνο διότι ο «παλαμισμός» κατέστη μόδα τα τελευταία χρόνια και επειδή στην αντίθετη περίπτωση – κάτι που έκανε για παράδειγμα παλιότερα ο Τρεμπέλας – και οι λίθοι κεκράξονται.
Ο ησυχασμός – η υπό Θεού προσφερομένη οδός θεώσεως για λαϊκούς και μονάζοντες αδιακρίτως – φυλάσσεται στα άδυτα ενίων εκλεκτών ψυχών και στις ταπεινές γωνιές μερικών μοναστηριών και κοσμικών οικιών, αόρατος από τα βδελυρά βλέμματα των απιστούντων στον μοναδικό σκοπό της χριστιανικής ζωής. Δεν πρόκειται εδώ για παραμύθια, αλλά για την πεμπτουσία και την ειδοποιό διαφορά της ορθόδοξης πνευματικότητας. Άλλωστε οι Άγιοι προαπέδειξαν εν εαυτοίς την αλήθεια της θεωτικής πραγμάτωσης, εφόσον δεν μας είναι αρκετό το γεγονός της θεανθρωπότητος του Χριστού.
Η ηθικιστική και ευσεβιστική πνευματικότητα (ο νεστοριανισμός φαίνεται δεν μας τελείωσε ακόμη), που δεν αποτελεί καρπό μονάχα οργανωσιακών κύκλων, αλλά και πλείστων όσων ενοριακών αντιγράφων τους, έχει εξοβελίσει τη στοιχειώδη αλήθεια του χαλκηδόνιου δόγματος, το οποίο στην αδιάλειπτη ιστορική του σάρκωση στα πρόσωπα των Αγίων δείχνει τη ματαιότητα και ματαιοπονία κάθε ηθικής εξαιτίας των καταστάσεων της φθοράς και του θανάτου, όπως και το αδύνατο της οντολογικής της πραγμάτωσης (της ηθικής) πέρα από την πληθωρική φαινομενολογία ευσεβόσχημων αγιωτικών κακεκτύπων. Ο ζηλωτισμός από την άλλη και ο σπιριτουαλιστικός μυστικισμός, που καλλιεργούν από την πλευρά τους ομόλογες δοκητικού χαρακτήρος φαντασιακές πνευματικές πτήσεις, είναι λίγες μόνο ακόμη αποδεικτικές εκφάνσεις της απουσίας της πίστης αφενός (από τη γνωστική και συνειδησιακή μας ατομική και συλλογική πραγματικότητα) στο οντολογικό όραμα του Θεού για τη χριστοποίηση των λογικών όντων και στη μοναδική αφετέρου αλήθεια ότι πάσα ηθική και άλλη προκοπή του ανθρώπου υφίσταται γνήσια, καθαρά και ανόθευτα (από πνευματικές και άλλες τοξίνες) μονάχα ως καρπός της οντολογικής μεταμόρφωσης της θεώσεως.
Θα κλείσω με τον άγιο Συμεών, του οποίου ένα ελάχιστο ενδεικτικό απόσπασμα θα καταστήσει πρόδηλη όχι την υπερβολή των προηγούμενων συλλογισμών (βέβαιο συμπέρασμα για τους περισσότερους), όσο την υπερβάλλουσα κακία, αμαρτία και απιστία της ημετέρας (και πάσης) γενεάς των φερόντων το όνομα και το βάπτισμα του χριστιανισμού: «οἱ οὖν μὴ γεγονότες τοιοῦτοι, μηδὲ πράξει και γνώσει και θεωρίᾳ καθόλου ἀλλοιωθέντες, πῶς οὐκ αἰσχύνονται Χριστιανούς ἑαυτοὺς ὀνομάζειν; Πῶς δὲ καὶ στόμα τολμῶσιν ἀνοίγειν καὶ λαλεῖν ἀναιδῶς περὶ τῶν μυστηρίων Θεοῦ τῶν ἀποκεκρυμμένων, ἐπὶ ἀμελείας ὡς ἐπὶ στρωμνῆς κατακείμενοι; Πῶς μετὰ χριστιανῶν ἐγκαταλέγειν ἑαυτοὺς καὶ μετὰ πνευματικῶν συναριθμεῖν οὐκ ἐρυθριῶσι;» (Κατηχητ. Λόγος ΙΕ’). Ας αναλογιστούν τούτο όσοι ακόμη φαντασιώνονται ότι ορθοδοξούν, καθαιρούν αιρέσεις και ορθοτομούν την αλήθεια του Χριστού, βάλλοντες μεταξύ τους οι μεν από τα επιστημονικά και διαθρησκειακά συνέδρια και συμπόσια και οι δε από τα φονταμενταλιστικά μετερίζια και τις ζηλωτικές σέκτες. Την ίδια ώρα ο διάβολος κάνει ανενόχλητος τη δουλειά του σχίζοντας την Εκκλησία, κολάζοντας ψυχές κατά την έξοδό τους σε παρασυναγωγικές ομάδες και προκαλώντας θορύβους για επί χάρτου ψευτοενώσεις Ομολογιών, κάτι σαν τις πέτρες που πετούσε πάνω στη στέγη του κελιού του γερο Παΐσιου, για να μην τον αφήνει να προσεύχεται καθαρά, που αποτελεί τρόπον θεώσεως, το μοναδικό που απεχθάνεται και φοβάται πραγματικά.


Κ.Ν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου