Χρήστος Γκουνέλας
Πηγή: Ελευθερία Λάρισας
Χρήστος Γκουνέλας
Πηγή: Ελευθερία Λάρισας
Ανάγκη για τη Διοικούσα Εκκλησία να ξαναβρεί την ταυτότητά της
Του Χρήστου Γκουνέλα, δρ Θεολογίας
Έντονο δημόσιο διάλογο και
προβληματισμό προκάλεσε στην κοινωνία η νομική πρόθεση της Πολιτείας να εξισώσει
τον μισθό του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Επισκόπων με
αυτόν του Γενικού Γραμματέα ενός Υπουργείου. Δεν είναι δυνατόν να μην
παρατηρήσει κανείς τη χρονική συγκυρία (προεκλογικά, οικονομική κρίση και
ακρίβεια) κατά την οποία έρχεται μία τέτοια πρόθεση και τίθεται σε δημόσια
διαβούλευση.
Ωστόσο, πέρα από τον χρόνο κατάθεσης
της νομικής πρότασης, μία τέτοια απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον
Ευαγγελικό λόγο της Εκκλησίας. Για την Εκκλησία, ο Επίσκοπος είναι Πατέρας και
σαφώς όχι ανώτερος κρατικός υπάλληλος, όπως τον βλέπει η Πολιτεία. Πόσο δύσκολο
όμως είναι να δει κάποιος τον εαυτό του ως Πατέρα όταν τα πάντα γύρω του
συνάδουν με τον τρόπο ζωής ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος μένει σε
Μητροπολιτικό Μέγαρο (sic), έχει κρατικό αυτοκίνητο και οδηγό, διεκπεραιώνει
καθημερινά ένα σωρό διοικητικές και οικονομικές υποθέσεις και έχει δεκάδες
συναντήσεις με ως επί το πλείστον ηγεσίες εκκλησιαστικές, πολιτικές,
στρατιωτικές, επιχειρηματικές κ.ά.; Αλλά ακόμη και στον ναό κατά τη διάρκεια
της λατρείας, η απόσταση από το ποίμνιο είναι πολλές φορές, δυστυχώς, δεδομένη.
Ας θυμηθούμε τον μεγαλωμένο μέσα στην Εκκλησία Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα
«Πτερόεντα Δώρα»: «…Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ
παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους
νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς
τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον
σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας
κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν
Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα! Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν…».
Για να κάνουμε τη σύγκριση με το
πρόσωπο του Χριστού, ας φανταστούμε τον Χριστό ως έναν Διευθυντή Νομικού
Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και τους μαθητές Του ως δημοσίους υπαλλήλους. Ο
Χριστός όμως κατηγορήθηκε από το τότε ιερατείο (η πολιτική εξουσία ένιψε τας
χείρας της) και σταυρώθηκε ως Αναρχικός, Ανήθικος και Επαναστάτης. Και ήταν
όντως έτσι, αλλά και σήμερα έτσι θα ήταν. Για τους ίδιους λόγους μαρτύρησαν και
οι μαθητές Του αλλά και πλειάδα αγίων της Εκκλησίας. Εδώ δεν πρόκειται περί
εκκλησιαστικού ή θεολογικού λαϊκισμού (ή ρομαντισμού) αλλά αυτής της ίδιας της ουσίας
και του ρεαλισμού του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Άλλωστε, ήδη από το πρώτο
έτος στη Θεολογική Σχολή μαθαίνουμε ότι ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον
Χριστού». Η δε Εκκλησία έχει αναδείξει μεγάλες προσωπικότητες τέτοιων Επισκόπων
όπως του αγίου Σπυρίδωνα που ήταν παράλληλα και κτηνοτρόφος και με οικογένεια ή
όπως του ιερού Χρυσοστόμου ο οποίος μαρτύρησε στην έρημο επειδή κατακεραύνωνε
όχι μόνο με τον λόγο του αλλά ακόμη περισσότερο με τον τρόπο ζωής του την
αυτοκρατορική αυλή υπέρ των αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων. Στα δε σύγχρονα
χρόνια στην πατρίδα μας η Εκκλησία, μεταξύ άλλων, έχει το παράδειγμα του
μακαριστού Επισκόπου Αντώνιου Σιατίστης, του Επισκόπου των τρόλεϊ, ο οποίος δεν
δίσταζε να κάνει ακόμη και ωτοστόπ ως τρόπο ζωής και όχι ως ευκαιριακό
πυροτέχνημα για θαυμασμό των ανθρώπων.
Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο που
φτάσαμε (και φτάσαμε εδώ και πολλά χρόνια) είναι αδήριτη ανάγκη η Διοίκηση της
Εκκλησίας να πάρει γενναίες αποφάσεις διάκρισης από την Πολιτεία. Θα λέγαμε να
προλάβει η ίδια την Πολιτεία και να διακριθεί από αυτήν όχι μόνο νομικά, αλλά
ακόμη πιο βαθιά ως προς τον τρόπο βιοτής. Να βρει και πάλι τον τρόπο σχέσης του
Πατέρα, όπως θα σημείωνε και ο μακαριστός καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ή
αλλιώς, να σκάψει και να ανασύρει τον Σταυρό από τις επιχωματώσεις της ιστορίας,
όπως τόνιζε ο αείμνηστος καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης. Να αφήσει εν τέλει
ό,τι την βαραίνει και να απελευθερωθεί στο οξυγόνο της θείας Χάρης. Έτσι, θα
την αναγνωρίσει και η κοινωνία ως συνέχεια του Χριστού την οποία είναι ανάγκη
να αφουγκραστεί επιτέλους.
Πηγή εικόνας: fractalart.gr
του Χρήστου Γκουνέλα,
δρ Θεολογίας
Ζούμε στην εποχή της εικόνας και δη
της διαδικτυακής εικόνας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πάντα η εικόνα
έπαιζε σημαντικό ρόλο στη δημόσια ζωή των ανθρώπων. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια
έχει ταυτιστεί με την ίδια την ύπαρξη: Ό,τι φαίνεται υπάρχει, ό,τι δεν φαίνεται
είναι ανύπαρκτο.
Όπως είναι λογικό, οι πολιτικοί λόγω
της άμεσης εμπλοκής τους με τον δημόσιο βίο χρησιμοποιούν τη δύναμη της εικόνας,
τις περισσότερες φορές χωρίς μέτρο. Από αυτή την εργαλειοποίηση της εικόνας δεν
έχει ξεφύγει και η εικόνα του «πιστού πολιτικού». Έτσι, για παράδειγμα τη
Μεγάλη Εβδομάδα που πέρασε είδαμε και πάλι στους ναούς μας πολιτικούς να
κουβαλάνε τον (εκλογικό τους) σταυρό, τον (εκλογικό τους) επί-τάφιο και ασφαλώς
την (εκλογική τους) εικόνα προσδοκώντας την (εκλογική τους) Ανάσταση. Εδώ δεν
υπάρχει δεξιά, αριστερά και κέντρο αφού οι περισσότεροι των πολιτικών, όπου κι
αν ανήκουν ιδεολογικά, μεταχειρίζονται την εικόνα του καλού καγαθού πιστού. Σχεδόν
πάντα στέκονται μπροστά στο πρώτο στασίδι ξεχνώντας το ευαγγελικό «οι πρώτοι
έσονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι», ενώ δεν είναι λίγες οι φορές όπου
Μητροπολίτες και ιερείς τους θυμιάζουν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) καλωσορίζοντάς
τους (sic) και ευχαριστώντας τους (sic) για την παρουσία τους στον ναό.
Θα αντιτείνει κάποιος και τι, θα
κρατάμε πλέον «πιστόμετρο»; Και ποίοι είμαστε εμείς οι οποίοι θα κρίνουμε τους
άλλους και δη επιφανείς προσωπικότητες του δημόσιου βίου; Δίκιο θα έχει! Όντως
δεν είμαστε κριτές. Σκεφτόμαστε ωστόσο πως ο Χριστός αν ερχόταν στον ναό θα
στεκόταν στο τέλος, μαζί με τον Τελώνη, να μην τους βλέπει κανένας. Και αφού
προσεύχονταν και για τον εχθρό τους το ίδιο θα έκαναν και στο σπίτι στη μοναξιά
του εαυτού τους κρυφά από τα βλέμματα των ανθρώπων. Προσευχή της ουσίας και όχι
των τύπων.
Και εν τέλει πώς γίνεται με τόσους
καλούς καγαθούς και πάνω από όλα πιστούς άρχοντες και πολίτες εν γένει (σαφώς
και οι απλοί πολίτες δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών) να βιώνουμε καθημερινά μία
σκληρή πραγματικότητα απόρροια της μεγάλης κρίσης θεσμών; Και οι θεσμοί είναι άνθρωποι
και όταν γίνονται απρόσωποι σημαίνει ότι ήδη και οι άνθρωποι που τους
απαρτίζουν είναι οι περισσότεροι εξ αυτών απρόσωποι. Δυστυχώς, εκ των πραγμάτων,
η πολυετής κρίση στην πατρίδα μας δεν προσεγγίστηκε ως πνευματική ευκαιρία.
Χάσαμε και χάνουμε την ουσία εμμένοντας σε «αδειανά πουκάμισα». Ας αφήσουμε
όμως και πάλι τον Χριστό να μιλήσει, πίσω από το τελευταίο στασίδι: «…Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί,
ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν
δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας…».