Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Μύθοι, Τεχνητή Νοημοσύνη και Αθανασία

 


του Χρήστου Γκουνέλα,

Στην ανθρώπινη ιστορία, οι μύθοι συνυπάρχουν πολλές φορές με την ιστορική πραγματικότητα. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Και τα δύο είναι αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και εκ των πραγμάτων αναγκαία μεταξύ τους. Θα ήταν ερευνητικό λάθος αν προσπαθούσαμε να ξεκόψουμε το ένα από το άλλο ταυτίζοντας τον μύθο με το ψέμα και την ιστορία με την αλήθεια. 
Ήδη από τα πανάρχαια χρόνια η ιστορία συναντήθηκε με τους αρχέγονους μύθους. Πολλοί δε εξ αυτών συγκλίνουν στην ύβρι την οποία επιφέρει η γνώση στον άνθρωπο, ακολουθούμενη από τη νέμεσι και την τίσι των Θεών ή της φύσης. Δια της γνώσης, σύμφωνα με τους μύθους, ο άνθρωπος γνώρισε τον θάνατο, τον πόνο, την ασθένεια και τα γηρατειά. Δια της γνώσης, επίσης, απομακρύνθηκε από τους Θεούς και τη φύση ακολουθώντας τον δικό του δρόμο της γνώσης η οποία θεοποιεί αλλά και δαιμονοποιεί, «του καλού και του κακού». 
Στην Παλαιά Διαθήκη ειδικότερα, ο άνθρωπος προσωποποιούμενος από τον Αδάμ και την Εύα δοκιμάζει τον καρπό από «το δέντρο της γνώσης του καλού και κακού» σπάζοντας τα όρια που του έθεσε ο Θεός και έτσι απομακρύνεται από τον Παράδεισο με άμεση συνέπεια τη γνώση του θανάτου, του  πόνου και του κάματου που επιφέρει η καλλιέργεια της γης. Ο αρχέγονος μύθος της Παλαιάς Διαθήκης και η Αγροτική Επανάσταση φαίνεται, κατά τη γνώμη μας, να αλληλοτροφοδοτούνται. Ο άνθρωπος δια της πρώτης μεγάλης Επανάστασης στην ιστορία του γίνεται από καρποσυλλέκτης καλλιεργητής της γης.  




Στη συνέχεια, ακολούθησαν και άλλες επαναστάσεις μέχρι να φτάσουμε σήμερα στην Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση (Industry 4.0), την Ψηφιακή Επανάσταση και λίγο πριν την έναρξη της Πέμπτης (Industry 5.0). Έτσι, με την πρώτη επανάσταση εισήλθε στην ιστορία το κακό ενώ με όλες τις επόμενες έως και ειδικά την ψηφιακή ο άνθρωπος προσπαθεί εμμέσως ή αμέσως πλέον να γίνει αθάνατος. Καίτοι οι αρχέγονοι μύθοι προσπάθησαν πρωταρχικώς να προσεγγίσουν την αιτία του θανάτου και του κακού εν γένει, οι σύγχρονοι επιστημονικοί μύθοι απεργάζονται την αθανασία. 
Αυτή την αρχέγονη δίψα του ανθρώπου για αθανασία και αιωνιότητα έρχονται να θεραπεύσουν τα σύγχρονα μυθοπλαστικά, αναφορικά με την αθανασία, κινήματα του ψηφιακού υπερανθρωπισμού και του τεχνικού ή του κριτικού μετανθρωπισμού. Ο ψηφιακός υπερανθρωπισμός (digital transhumanism) πρεσβεύει την αναβάθμιση της ανθρώπινης συνθήκης μέσω της γενετικής μηχανικής, της ρομποτικής, της πληροφορικής και της νανοτεχνολογίας. Για τους θιασώτες του, ο θάνατος, ο πόνος, τα γηρατειά και η ασθένεια αποτελούν τεχνικά προβλήματα τα οποία δύναται να εξαλείψει η επιστήμη ως ξένα στοιχεία και μη εναρμονιζόμενα με την ανθρωπότητα. 
Από την άλλη, ο τεχνικός μετανθρωπισμός (technical posthumanism) επιθυμεί τη μετεξέλιξη του ανθρώπου από τη βιολογική ανθρωπότητά του στην αμιγώς τεχνική. Κατά τον τεχνικό μετανθρωπισμό, ο άνθρωπος είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο στην εξέλιξή του έως να κατορθώσει να γίνει μηχανή και να εκπληρώσει έτσι την αποστολή του για αθανασία, αιωνιότητα και εποικισμό του διαστήματος. Ο δε κριτικός μετανθρωπισμός (critical posthumanism) δεν εστιάζει μόνο στον άνθρωπο αλλά βλέπει ολιστικά τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και τη φύση ως ανάγκη για μετεξέλιξη πέρα από διχαστικούς δυϊσμούς, όπως σώμα/ψυχή, άνθρωπος/φύση ή ύλη/πνεύμα. 
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των κινημάτων είναι η επίκληση στην ανθρώπινη αυτονομία. Ειδικότερα δε ο θάνατος συνιστά για αυτά προσβολή της ανθρώπινης ελευθερίας και προσωπικότητας, απόρροια ίσως και της χριστιανικής διδασκαλίας.
Στον αντίποδα κείται ο ψηφιακός ανθρωπισμός (digital humanism) ο οποίος υποστηρίζει τη χρήση της ψηφιακής, βιοεπιστημονικής και μηχανικής γνώσης για την ανθρώπινη ευδαιμονία με κέντρο πάντα τον άνθρωπο, την ανθρωπινότητα και την ανθρωπότητά του. Στο ίδιο μήκος κύματος εν γένει βρίσκεται και η ορθόδοξη θεολογία η οποία δεν θεωρεί τη σύγχρονη επιστήμη και γνώση a priori κακή. Αντίθετα, όταν αυτή υπερασπίζει τον άνθρωπο και τη φύση τότε δικαιολογεί αυτό για το οποίο υπάρχει. Κατά τη γνώμη μας, η προσπάθεια εξάλειψης του θανάτου με τεχνικά μέσα είναι εξ ορισμού ουτοπική. Ωστόσο, φανερώνει την ανθρώπινη οίηση (άμετρος συγκεκαλυμμένος φόβος του θανάτου) πως με τη δύναμη της επιστήμης μπορεί να λυθεί ακόμη και αυτό το πρόβλημα του θανάτου. Ακόμη όμως και να γινόταν αυτό, τότε ο άνθρωπος θα δημιουργούσε την οντολογική του φυλακή καταργώντας μια για πάντα την ελευθερία του προσώπου του. Εν τέλει, το διακύβευμα δεν (θα πρέπει να) είναι η αθανασία και η αιωνιότητα αλλά η ελευθερία. Η ζωή είναι συνυφασμένη οντολογικά με τον θάνατο, αφού αίτιος τόσο της ύπαρξης όσο και της ανυπαρξίας είναι ο ίδιος ο Θεός (Μάξιμος Ομολογητής). Χωρίς αυτή την οντολογική σύζευξη και ταυτόχρονη διάζευξη, δεν δύναται να υπάρξει ούτε η ελευθερία. Καταργώντας τεχνικά τον θάνατο, καταργείται και η ίδια η ζωή. Άλλωστε, ποια η αξία της ζωής  αν δεν μπορεί ο άνθρωπος να τη θυσιάσει αγαπητικά και ελεύθερα και να μετέχει της θυσιαστικής αθανασίας και αιωνιότητας του Θεού και των άλλων ανθρώπων εντός του Μη Όντος; Χωρίς τον θάνατο πώς είναι δυνατόν να πονάς, να χαίρεσαι, να συμπονάς και να αγαπάς έως θανάτου; Αλλά και χωρίς τον θάνατο και τη φθορά πώς δύναται να υπάρξει πρόοδος; Προηγείται, μάλλον, η ελευθερία και έπεται η αθανασία και η αιωνιότητα. Η ελευθερία που σφυρηλατείται διαρκώς από την ανάγκη, το απρόσμενο και την απροσδιοριστία. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου