Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκε
κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε
μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα
να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου κοινοτικό
αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων; Τι
έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη
βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;
κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε
μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα
να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου κοινοτικό
αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων; Τι
έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη
βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;
Ο. Ελύτης[1]
Η κοινότητα δεν υπήρξε μια συσσωμάτωση αδιάφορη
για το μάτι των ερευνητών. Από νωρίς διαπιστώθηκε, ότι η εξέταση της θα έθετε
κρίσιμα προβλήματα και θα αποκάλυπτε ουσιώδεις πτυχές της νέας ελληνικότητας.
Σε πολλές περιπτώσεις θεωρήθηκε ως δημοσιονομικός
θεσμός της τουρκοκρατίας, ενώ σε άλλες προσδιορίστηκε η γενεαλογία της στο
αρχαίο άστυ και σε σταθερούς γεωοικονομικούς παράγοντες. Δείγμα των ποικίλλων
απόψεων που διατυπώθηκαν είναι και η σύνδεση της με την οργάνωση της οικονομικής
ζωής κατά την εποχή του Βυζαντίου. Επιπροσθέτως υποστηρίχθηκε ότι η κοινότητα
αποτέλεσε μορφή κοινωνικής οργάνωσης, που άνθισε στα Βαλκάνια υπό διάφορες
μορφές και γενικότερα στην ορθόδοξη ανατολή (Ρωσία, παρευξείνιες χώρες).
Φαίνεται να υπάρχει μια γενική συμφωνία, ότι η σημασία της κοινότητας
αρχίζει να υποχωρεί αμέσως μετά τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους και
το τέλος της κυβερνήσεως Καποδίστρια. Στα πλαίσια μιας απαισιόδοξης ερμηνείας,
η κοινότητα δεν έχει πλέον θέση σε μια διαρκώς εκτεχνικευμένη κοινωνία και
αναγκαστικά θα ακολουθήσει την μοίρα του διαρκώς συρρικνούμενου γεωργικού
τομέα. Αντίθετα, κατά άλλες εκτιμήσεις, τα σύγχρονα πληροφοριακά δίκτυα και η
αλματώδης ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας, ευνοούν την αποκεντρωμένη οργάνωση
του πολιτικού και κοινωνικού βίου.
Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας
ερεύνησε ενδελεχώς την νεοελληνική κοινότητα. Η σκέψη του μετατοπίστηκε απο μια
εξαντλητική και επιτυχή συλλογή πρωτογενούς υλικού στην ανάδειξη της κοινότητας
σε μια «πραγματική ουτοπία» προορισμένη να συγκρουστεί στο χώρο της ιδεολογίας
με άλλες «πραγματικές ουτοπίες». Ο Καραβίδας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η
κοινότητα όχι μόνο υπήρξε, αλλά διεκπεραίωνε λειτουργίες διοικητικές και
παραγωγικές. Γηγενήςαντικαπιταλιστικός θεσμός,
δημιούργημα εν πολλοίς γεωοικονομικών παραγόντων, είναι αναγκαία σε κάθε στάδιο
της τεχνικής εξέλιξης και κλειδί για την κατανόηση του νεοελληνισμού.
Ο Κ. Καραβίδας βρίσκει έναν αναπάντεχο σύμμαχο σε
ορισμένα κείμενα του Κ. Μαρξ, τα οποία ξεφεύγουν από τον
νομοτελειακό εξελικτισμό που διακρίνει τον βασικό πυρήνα της σκέψης του.

