Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ανάγκη για τη Διοικούσα Εκκλησία να ξαναβρεί την ταυτότητά της

 


Ανάγκη για τη Διοικούσα Εκκλησία να ξαναβρεί την ταυτότητά της

 

Του Χρήστου Γκουνέλα, δρ Θεολογίας

 

Έντονο δημόσιο διάλογο και προβληματισμό προκάλεσε στην κοινωνία η νομική πρόθεση της Πολιτείας να εξισώσει τον μισθό του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Επισκόπων με αυτόν του Γενικού Γραμματέα ενός Υπουργείου. Δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσει κανείς τη χρονική συγκυρία (προεκλογικά, οικονομική κρίση και ακρίβεια) κατά την οποία έρχεται μία τέτοια πρόθεση και τίθεται σε δημόσια διαβούλευση.

Ωστόσο, πέρα από τον χρόνο κατάθεσης της νομικής πρότασης, μία τέτοια απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον Ευαγγελικό λόγο της Εκκλησίας. Για την Εκκλησία, ο Επίσκοπος είναι Πατέρας και σαφώς όχι ανώτερος κρατικός υπάλληλος, όπως τον βλέπει η Πολιτεία. Πόσο δύσκολο όμως είναι να δει κάποιος τον εαυτό του ως Πατέρα όταν τα πάντα γύρω του συνάδουν με τον τρόπο ζωής ενός ανώτερου κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος μένει σε Μητροπολιτικό Μέγαρο (sic), έχει κρατικό αυτοκίνητο και οδηγό, διεκπεραιώνει καθημερινά ένα σωρό διοικητικές και οικονομικές υποθέσεις και έχει δεκάδες συναντήσεις με ως επί το πλείστον ηγεσίες εκκλησιαστικές, πολιτικές, στρατιωτικές, επιχειρηματικές κ.ά.; Αλλά ακόμη και στον ναό κατά τη διάρκεια της λατρείας, η απόσταση από το ποίμνιο είναι πολλές φορές, δυστυχώς, δεδομένη. Ας θυμηθούμε τον μεγαλωμένο μέσα στην Εκκλησία Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στα «Πτερόεντα Δώρα»: «…Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα! Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν…».

Για να κάνουμε τη σύγκριση με το πρόσωπο του Χριστού, ας φανταστούμε τον Χριστό ως έναν Διευθυντή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και τους μαθητές Του ως δημοσίους υπαλλήλους. Ο Χριστός όμως κατηγορήθηκε από το τότε ιερατείο (η πολιτική εξουσία ένιψε τας χείρας της) και σταυρώθηκε ως Αναρχικός, Ανήθικος και Επαναστάτης. Και ήταν όντως έτσι, αλλά και σήμερα έτσι θα ήταν. Για τους ίδιους λόγους μαρτύρησαν και οι μαθητές Του αλλά και πλειάδα αγίων της Εκκλησίας. Εδώ δεν πρόκειται περί εκκλησιαστικού ή θεολογικού λαϊκισμού (ή ρομαντισμού) αλλά αυτής της ίδιας της ουσίας και του ρεαλισμού του εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Άλλωστε, ήδη από το πρώτο έτος στη Θεολογική Σχολή μαθαίνουμε ότι ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού». Η δε Εκκλησία έχει αναδείξει μεγάλες προσωπικότητες τέτοιων Επισκόπων όπως του αγίου Σπυρίδωνα που ήταν παράλληλα και κτηνοτρόφος και με οικογένεια ή όπως του ιερού Χρυσοστόμου ο οποίος μαρτύρησε στην έρημο επειδή κατακεραύνωνε όχι μόνο με τον λόγο του αλλά ακόμη περισσότερο με τον τρόπο ζωής του την αυτοκρατορική αυλή υπέρ των αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων. Στα δε σύγχρονα χρόνια στην πατρίδα μας η Εκκλησία, μεταξύ άλλων, έχει το παράδειγμα του μακαριστού Επισκόπου Αντώνιου Σιατίστης, του Επισκόπου των τρόλεϊ, ο οποίος δεν δίσταζε να κάνει ακόμη και ωτοστόπ ως τρόπο ζωής και όχι ως ευκαιριακό πυροτέχνημα για θαυμασμό των ανθρώπων.

Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο που φτάσαμε (και φτάσαμε εδώ και πολλά χρόνια) είναι αδήριτη ανάγκη η Διοίκηση της Εκκλησίας να πάρει γενναίες αποφάσεις διάκρισης από την Πολιτεία. Θα λέγαμε να προλάβει η ίδια την Πολιτεία και να διακριθεί από αυτήν όχι μόνο νομικά, αλλά ακόμη πιο βαθιά ως προς τον τρόπο βιοτής. Να βρει και πάλι τον τρόπο σχέσης του Πατέρα, όπως θα σημείωνε και ο μακαριστός καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ή αλλιώς, να σκάψει και να ανασύρει τον Σταυρό από τις επιχωματώσεις της ιστορίας, όπως τόνιζε ο αείμνηστος καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης. Να αφήσει εν τέλει ό,τι την βαραίνει και να απελευθερωθεί στο οξυγόνο της θείας Χάρης. Έτσι, θα την αναγνωρίσει και η κοινωνία ως συνέχεια του Χριστού την οποία είναι ανάγκη να αφουγκραστεί επιτέλους.  


Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Αέρας Πεχλιβάνης ως Βραχνός Προφήτης

 


Αέρας Πεχλιβάνης ως Βραχνός Προφήτης

Του Χρήστου Γκουνέλα, PhD Θεολογίας, MSc Μουσικολογίας,

Σαν άλλος Αέρας Πεχλιβάνης ήρθε πριν λίγους μήνες το ομότιτλο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσάβαλου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, βραχνά προφητικό στην ολότητά του. Ήρθε να μας υπενθυμίσει μέσα από τις σελίδες του τη συνύπαρξη ανθρώπων (μιας παρέας που έγραψε ιστορία), μουσικών και ποιητικών δημιουργών για να σκαρωθεί ο περίφημος δίσκος του Θανάση Παπακωνσταντίνου υπό τον τίτλο Βραχνός Προφήτης. Ο εμβληματικός αυτός δίσκος, ακόμη και μετά από 26 χρόνια δημιουργίας του, συνεχίζει (και θα συνεχίζει) να αποτελεί τομή στα μουσικά πράγματα της νεότερης ελληνικής μουσικής τόσο λόγω της υψηλής ποιητικής του όσο και της ώσμωσης ανθρώπων, μουσικών οργάνων και ήχων, εικόνων, ιστορίας και μύθων. Είναι ο δίσκος με το εξώφυλλο μιας μυστηριακής μορφής ενός τελάλη, Βραχνού Προφήτη, που συνάντησε φωτογραφικά ο αξεπέραστος Λαρισαίος φωτογράφος των στιγμών της θεσσαλικής υπαίθριας καθημερινότητας Τάκης Τλούπας. Αυτή τη σχεδόν μεταφυσική μορφή με τα σφιχτά χείλη και ένα βλέμμα απλανές μεταξύ απόγνωσης και προσμονής επιλέγει και ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος να τη βάλει να προφητεύσει στο εξώφυλλο του βιβλίου του ανάμεσα στους τοίχους ενός σπηλαίου σαν αυτό του Πλάτωνα και δύο ανθρώπινων σκιών-μορφών. 



Διαβάζοντας το βιβλίο και ακούγοντας παράλληλα κάποια από τα τραγούδια του Βραχνού Προφήτη, αναδύεται δυνατή η μυρωδιά του χώματος των βουνών των Χασίων στα βορειοδυτικά της Θεσσαλίας, εκεί όπου ακόμη οι γριές μονολογούν «αλλιώς τα περιμέναμε και αλλιώς μας ήρθαν» και οι μυθιστορίες για τον λήσταρχο Θωμά Γκαντάρα λέγονται από στόμα σε στόμα. Εκεί όπου τα πηγάδια καπνίζουν από τις φωτιές του Kάτω Kόσμου λιώνοντας το χιόνι, όπως τα είδε ποιητικά ο αείμνηστος Χρήστος Μπράβος, και το σκυλί προφητεύει πένθιμα όταν αλυχτάει σαν τον λύκο. Είναι ο ίδιος τόπος από όπου ο Θανάσης κάνει επίκληση σε έναν Αέρα Πεχλιβάνη να κατεβεί από τα βουνά και να έρθει να παλέψει με τον κυρ Αριστοτέλη τον πατέρα του σε μία πάλη υπαρξιακή. 
Άλλωστε, και ο ίδιος ο Θανάσης είναι ένας Πεχλιβάνης της ύπαρξης που παλεύει διαρκώς με τις σκέψεις του «όταν χαράζει», τα βάζει με τη «βαθιά  πληγή» που του κλέβει τη μιλιά και πίνει από τα δάκρυά του και βλέπει «τις όμορφες στιγμές σαν χέλια πως γλιστράν». Αλλά, είναι και Βραχνός Προφήτης στις άγριες εποχές που ζούμε επιμένοντας να δείχνει την αξία των μικρών πραγμάτων, αφού εν τέλει «το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος».
Ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος συνάντησε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και όλους όσοι συνετέλεσαν στον δίσκο (τραγουδιστές, μουσικοί, τεχνικοί κ.ά.) και του αφηγήθηκαν ολόκληρο το ταξίδι του δίσκου από την αρχική ιδέα έως την τελική δημιουργία του. Για το κάθε τραγούδι του Βραχνού Προφήτη γίνεται μία εισαγωγική αναφορά από τον Κωνσταντίνο Τσάβαλο και ακολουθούν οι αφηγήσεις των συντελεστών και βασικά του ίδιου του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πρόκειται για τη μεταφορά στο χαρτί ζωντανών αφηγήσεων με αμεσότητα, συναίσθημα, χιούμορ αλλά και μουσικά τεχνικά θέματα, ως επί το πλείστον κατανοητά από τον μέσο αναγνώστη. Απαραίτητο δε συμπλήρωμα μεταξύ των αφηγήσεων τα λεγόμενα του Θανάση μέσα από διάφορες κατά καιρούς συνεντεύξεις του. 
Ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος εργάστηκε πραγματικά μεθοδικά και κατόρθωσε να τιθασεύσει και να βάλει σε αλληλουχία ένα μεγάλο υλικό από πολλές και ποικίλες πηγές. Ο αναγνώστης μελετώντας αυτό το βιβλίο αποκτά μία πλήρη γνώση για τον δίσκο του Βραχνού Προφήτη. Θα λέγαμε πως τίποτα δεν διέλαθε της προσοχής του συγγραφέα δίνοντας την ίδια ακριβώς έμφαση τόσο στα μεγάλα όσο και στα μικρά. Αυτό που απομένει σαφώς ανοιχτό είναι και πάλι η μουσική και η ποίηση του δίσκου, τα οποία περιμένουν να ενωθούν με τις ψυχές και το μυαλό των ακροατών και να δημιουργήσουν μέσα τους ίδια αλλά ακόμη περισσότερο και διαφορετικά βιώματα φυσικά ή και άλλα, που τα λέμε «μεταφυσικά». Άξιο λόγου επίσης είναι το κλείσιμο του βιβλίου με την εξέταση της θέσης του Βραχνού Προφήτη στην παγκόσμια και ελληνική δισκογραφία καθώς και το βαθύ αποτύπωμα που άφησε και αφήνει στην ιστορία της μουσικής. 
Τέλος, ο αναγνώστης είναι αδύνατον να μην παρατηρήσει τον λεπτό χειρουργικό τρόπο προσέγγισης του θέματος του βιβλίου μέσα από τον πρόλογο του Άρη Δημοκίδη. Πρόκειται για έναν πρόλογο διαθλαστικό, βαθύ και πολυφωνικό όπως θα ταίριαζε άλλωστε σε ένα τέτοιο μοναδικό συγγραφικό έργο.