Βρισκόμαστε πλέον στο τέλος ενός ακόμη καλοκαιριού και μαζί του ρίχνουν αυλαία εκατοντάδες πανηγύρια, ανταμώματα και φεστιβάλ της ελληνικής επαρχίας. Οι οικογένειες θα πάρουν τον δρόμο της επιστροφής και στα σοκάκια των χωριών και τις πλατείες θα πάψουν σιγά σιγά να ακούγονται οι παιδικές φωνές. Τα χωριά μας ήδη επιστρέφουν στη σκληρή καθημερινότητά τους η οποία θα γίνει ακόμη πιο σκληρή κατά τους χειμερινούς μήνες. Άνθρωποι τρίτης ηλικίας θα μείνουν πάλι με τη μοναξιά τους, με δυσκολίες στην επικοινωνία και τη διασύνδεση με μεγαλύτερες πόλεις και πολλές φορές χωρίς ιατρική περίθαλψη. Η πένθιμη καμπάνα θα χτυπά τακτικά για να δηλώσει τον θάνατο ενός ακόμη ανθρώπου και τον μαρασμό του χωριού. Γάμοι και βαπτίσεις, μυστήρια σχεδόν ανύπαρκτα… Τι απομένει τελικά από την επιφανειακή ζωντάνια του καλοκαιριού; Μάλλον, η διασκέδαση των λίγων ημερών. Να γλεντάμε στο χωριό που καθημερινά πεθαίνει. Μία ακόμη σύγχρονη ελληνική τραγωδία. Μοιάζει με τον Τιτανικό που ενώ είχε αρχίσει να βουλιάζει, οι επιβάτες χόρευαν και διασκέδαζαν.
Κάποτε τα πανηγύρια παρήγαγαν πολιτισμό. Δεν κατανάλωναν διασκέδαση. Το τραγούδι και ο χορός ανήκε σε όλους και όχι σε λίγους ειδικούς. Χόρευαν και τραγουδούσαν με το στόμα, με ό,τι τους έδωσε η φύση η ίδια, σε αρμονία μαζί της. Χόρευαν όχι εμπορικές επιτυχίες, αλλά τη ζωή τους την ίδια, τον καθημερινό πόνο και τη χαρά τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα πανηγύρια κάποτε ξεκινούσαν με μοιρολόι. Ζώντες και κεκοιμημένοι αποτελούσαν μία κοινότητα. Το πανηγύρι ήταν κυριολεκτικά μία συλλογική ιεροτελεστία. Σήμερα γλεντάμε με θόρυβο, με κραυγή. Ίσως να έχουμε την ανάγκη να ακούσουμε τον εαυτό μας ο οποίος ασφυκτιά μακριά από το εμείς και τη συλλογική δημιουργικότητα που είναι δεμένη με τον τόπο και τον χρόνο.
Μα, θα αντιτείνει κάποιος πως δεν μπορούμε να γυρίσουμε στα χρόνια των παππούδων μας. Σαφώς, δεν μπορεί να γίνει αυτό. Θα μπορούσαμε όμως να ακολουθήσουμε τον τρόπο τους: αυτόν της κοινότητας.
Το χωριό, το κάθε χωριό είναι ανάγκη να είναι ζωντανό ολόκληρο τον χρόνο. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη τόσο της Πολιτείας όσο και του καθενός μας προσωπικά έναντι της κοινότητας. Συνήθως όταν πάμε στο πανηγύρι, το κάνουμε για εμάς. Πάμε για να καταναλώσουμε το πανηγύρι, να περάσουμε καλά και να φύγουμε. Το χωριό, το οποίο παλεύει και στέκεται ακόμη εκεί, ως εστία μας έδωσε για μία ακόμη φορά ό,τι μπορούσε να μας δώσει. Συνήθως μνήμες, πλέον. Παρελθόν, ίσως και λίγο παρόν. Το θέμα είναι όμως να αναρωτηθούμε φεύγοντας από το χωριό εμείς τι δώσαμε για αυτό για να κρατηθεί στους υπόλοιπους δέκα μήνες, αλλά και τα χρόνια που αδυσώπητα έρχονται και όλο και πλησιάζουν για αυτό.
Χρήστος Γκουνέλας
Πηγή: Ελευθερία Λάρισας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου