Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

"Τα πτερόεντα δώρα", του Κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


 Ένα υπέροχο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ανάμεσα στα πολλά που έχει γράψει για τα Χριστούγεννα. Θαυμάσια διδακτική ιστορία με θαυμάσιες εικόνες και με μια υπέροχη Παπαδιαμαντική γλώσσα. Όσα περιγράφει ο συγγραφέας είναι σαν να ζει το σήμερα. Όπως φαίνεται από τότε έχουν αλλάξει πολλά, αλλά και... τίποτα!!!
  Ξένος το κόσμου κα τς σαρκός, κατλθε τν παραμονν π τ ψη, συστείλας τς πτέρυγας πως τς κρύπτ, θεος γγελος. φερε δρα π τ νω βασίλεια δι ν φιλεύσ τος κατοίκους τς πρωτευούσης. τον καλς γγελος τς πόλεως.
κράτει ες τν χερα ν στρον κα π το στέρνου του παλλε ζω κα δύναμις, κα π τ στόμα του ξήρχετο πνο θείας γαλήνης. Τ τρία τατα δρα θελε ν μεταδώσ ες λους σοι προθύμως τ δέχονται.
Εσλθεν ν πρώτοις ες ν ρχοντικν μέγαρον. Εδεν κε τ ψεδος κα τν σεμνοτυφίαν, τν νίαν κα τ νωφελς τς ζως ζωγραφισμένα ες τ πρόσωπα το νδρς κα τς γυναικός, κα κουσε τ δύο τεκνία ν ψελλίζωσι λέξεις ες γνωστον γλσσαν. γγελος πρε τ τρία οράνια δρά του, κα φυγε τρέχων κεθεν.
πγεν ες τν καλύβην πτωχο νθρώπου. νρ λειπεν λην τν σπέραν ες τν ταβέρναν. γυν προσπάθει ν᾿ ποκοιμίσ μ λίγον ξηρν ρτον τ πέντε τέκνα, βλασφημοσα μα τν ραν πο εχεν πανδρευθ. Τ μεσάνυχτα πέστρεψεν σύζυγός της· ατ τν βρισε νευρικ μ φωνν ξεαν, κενος τν δειρε μ τν ράβδον τν ζώδη, κα μετ᾿ λίγον ο δύο πλάγιασαν χωρς ν κάμουν τν προσευχήν των, κα ρχισαν ν ροχαλίζουν μ βαρες τόνους. φυγεν κεθεν γγελος.
νέβη ες μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. σαν κε πολλ δωμάτια μ τραπέζας, κ᾿ πάνω των κυπτον νθρωποι μετροντες διακόπως χρήματα, παίζοντες μ χαρτία. χρο κα δυστυχες, λη ψυχή των το συγκεντρωμένη ες τν σχολίαν ταύτην. γγελος κάλυψε τ πρόσωπον μ τς πτέρυγάς του δι ν μ βλέπ κ᾿ φυγε δρομαος.
Ες τν δρόμον συνήντησε πολλος νθρώπους, λλους ξερχομένους π τ καπηλεα, ονοβαρες, κα λλους κατερχομένους π τ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινς εδε ν᾿ σχημονον, κα τινς κουσε ν βλασφημον τν ι-Βασίλην ς πταίστην. γγελος κάλυψε μ τς πτέρυγας τ τα, δι ν μν κού, κα ντιπαρλθεν.
πέφωσκεν δη πρωία τς πρωτοχρονις, κα γγελος δι ν παρηγορηθ, εσλθεν ες μίαν κκλησίαν. μέσως πλησίον τς θύρας εδεν νθρώπους ν μετρον νομίσματα, μόνον πς δν εχον παιγνιόχαρτα ες τς χερας· κα ες τ βάθος, ντίκρυσεν να νθρωπον χρυσοστόλιστον κα μιτροφοροντα ς Μδον σατράπην τς ποχς το Δαρείου, ποιοντα διαφόρους κκισμος κα πιτηδευμένας κινήσεις. Δεξι κα ριστερ λλοι μερικο ψαλλον μ πεπλασμένας φωνάς: Τν Δεσπότην κα ρχιερέα!
γγελος δν ερε παρηγορίαν. πρε τ πτερόεντα δρά του ― τ στρον τ προωρισμένον ν λάμπ ες τς συνειδήσεις, τν αραν, τν κανν δι ν δροσίζ τς ψυχάς, κα τν ζωήν, τν πλασμένην δι ν πάλλ ες τς καρδίας, τάνυσε τς πτέρυγας, κα πανλθεν ες τς ορανίας ψδας.
(1907)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου